Ατέλειωτη νύχτα

Μια κρουαζιέρα ίσως αποτελεί τον ιδανικό τύπο διακοπών στη φαντασία κάποιων, ιδιαιτέρως  εκείνων που ποτέ δεν θα είναι σε θέση να τη ζήσουν. Για μένα, η ιδέα και μόνον της επιβίβασης σε πλοίο ή της επαφής με το υγρό στοιχείο, πάντα μου προκαλούσε πανικό. Φανταστείτε, λοιπόν, τον τρόμο μου όταν ξύπνησα στο κατάστρωμα ενός υπερωκεάνιου. Δεν θυμόμουν πώς είχα βρεθεί εκεί, αλλά μπορούσα να βεβαιώσω ότι δεν είχε συμβεί με τη θέλησή μου…

Βρίσκομαι ξαπλωμένη σε μία από τις καρέκλες γύρω από τη μεγάλη κεντρική  πισίνα. Το κατάστρωμα είναι τεράστιο με πολλές μικρότερες πισίνες, πλαισιωμένες από μικρά μπαρ, προφανώς για την αποτελεσματική εξυπηρέτηση των απαιτητικών επιβατών. Καταλαβαίνω ότι βρίσκομαι στον τελευταίο όροφο του πλοίου και σίγουρα η θέα θα είναι καταπληκτική την ημέρα. Τώρα, όμως, δεν μπορώ να δω τίποτ’ άλλο εκτός από  τα μαγευτικά παιχνιδίσματα που κάνουν τα μικρά φωτάκια στη στεριά. Είναι πυκνό σκοτάδι και κανείς άλλος δεν φαίνεται τριγύρω, σαν να είμαι η μοναδική επιβάτης του πλοίου. Κι ωστόσο, εγώ κοιτάζω ανήσυχα δεξιά κι αριστερά έχοντας παραλύσει από τον φόβο, σαν να με κυνηγούν. Ποιος όμως; Δεν έχω συγκεκριμένη εικόνα στο μυαλό μου. Προχωρώ ταραγμένη μέχρι το προστατευτικό κιγκλίδωμα και κοιτάζω κάτω, αναζητώντας κάποιον τρόπο διαφυγής. Δεν μπορώ να διακρίνω τίποτα, γιατί με τόσο σκοτάδι, θάλασσα κι ουρανός έχουν γίνει ένα. Και τότε δεν ξέρω πώς, γλιστράω κι αρχίζω να πέφτω. Ολόκληρος ο όγκος του πλοίου ξεδιπλώνεται μπροστά στα έντρομα μάτια μου και προσεύχομαι να με βρει ο θάνατος προτού ακουμπήσω τα παγωμένα μαύρα νερά, αλλά μάταια. Σχεδόν αισθάνομαι την παγωνιά και την αλμύρα της θάλασσας στο πρόσωπό μου όταν, εντελώς απροσδόκητα, όπως στην περίπτωση διακτινισμού, στέκομαι σ’ ένα δάσος.

Είναι ακόμα νύχτα, αλλά τούτη τη φορά το ολοστρόγγυλο φεγγάρι φέγγει τον δρόμο μου. Τρέχω προσπαθώντας να σωθώ. Η πικρή γεύση του πανικού είναι ακόμα στο στόμα μου. Τώρα ο διώκτης μου έχει πάρει σάρκα και οστά, αλλά και πάλι δεν μπορώ να δω το πρόσωπό του. Παραμένει άγνωστη τόσο η ταυτότητά του όσο και ο λόγος που με καταδιώκει. Δεν κάνω καμία σκέψη, απλά τρέχω μακριά του χωρίς να ξέρω πού πηγαίνω. Δυστυχώς, το δάσος απαρτίζεται από λεπτόκορμα, ψηλά δέντρα που δεν παρέχουν κάλυψη. Δεν έχω πού να κρυφτώ. Κάθε τόσο γυρνάω το κεφάλι και με την άκρη του ματιού μου τον βλέπω σε μακρινή απόσταση να με παρακολουθεί, χωρίς να βιάζεται. Ο σταθερός ρυθμός του φανερώνει διώκτη που θεωρεί ότι έχει φέρει το θήραμά του σε σημείο που δεν μπορεί να του ξεφύγει. Κι εγώ έχω αυτήν την αίσθηση, του παγιδευμένου ζώου. Φτάνω σ’ ένα ξέφωτο, στην άκρη ενός γκρεμού. Βλέπω μια ξύλινη καλύβα και ελπίζω ότι κάποιος θα υπάρχει να με βοηθήσει. Αλίμονο, η καλύβα είναι τελείως εγκαταλελειμμένη. Τρέχω μέχρι την άκρη των βράχων. Η σκουρόχρωμη θάλασσα δείχνει ήρεμη, μα δεν τολμώ να βουτήξω. Ο άγνωστος άντρας  με πλησιάζει επικίνδυνα. Κι άξαφνα, σαν κάποιος άλλος ν’ αποφάσισε για μένα, βρίσκομαι ήδη μέσα στο νερό, μερικά μέτρα μακριά, να  κοιτάζω προς την ακτή. Ο διώκτης μου στέκεται τώρα στην άκρη του γκρεμού, αλλά έχω απομακρυνθεί αρκετά. Νιώθω πια ασφαλής, αλλά για πόσο; Τι θέλει τέλος πάντων από μένα αυτός ο άντρας και πώς θα καταφέρω να γυρίσω πίσω;

Προτού ολοκληρώσω τη σκέψη μου, είμαι πίσω στο σπίτι μου. Δεν είναι, όμως, όπως το άφησα. Είναι άδειο, απογυμνωμένο εντελώς από κάθε ίχνος επίπλωσης. Μα τι μπορεί να συνέβη; Μοιάζει σαν να υπέστη διάρρηξη. Μπαίνω στην κρεβατοκάμαρά μου. Στην άκρη του δωματίου πάνω σ’ ένα καφάσι, απ’ αυτά που βλέπει κανείς σε μια λαϊκή  αγορά, βρίσκεται ένα εικόνισμα. Πλησιάζω από περιέργεια να δω ποιος είναι ο εικονιζόμενος άγιος. Αναγνωρίζω τον Άγιο Γεώργιο, πάνω στο άλογο, να φονεύει τον δράκο με το δόρυ του. Αδυνατώ να κατανοήσω γιατί βρίσκεται εκεί. Και πού είχαν πάει όλοι; Αυτά που είχα περάσει αυτή τη νύχτα ήταν αρκετά για να κλονίσουν την αυτοπεποίθησή μου. Ήθελα λίγη παρέα για να νιώσω και πάλι ασφαλής.

Χτυπάει το κουδούνι της πόρτας. Καθώς πηγαίνω ν’ απαντήσω, μου περνάει από το μυαλό μια τρελή σκέψη. Κι αν είναι  ο άνδρας που με κυνηγούσε όλη τη νύχτα; Καταφέρνω ν’ ανακτήσω την ψυχραιμία μου κι ανοίγω την πόρτα. Δεν βλέπω κανέναν. Νιώθω ανατριχίλα. Η νύχτα δεν εννοεί ν’ αποσυρθεί και να παραδώσει τα σκήπτρα στη μέρα. Ετοιμάζομαι να κλείσω, όταν το νιώθω. Ένα δυνατό ρεύμα αέρος διαπερνά ολόκληρο το σώμα μου. Τραντάζομαι για δευτερόλεπτα κι ύστερα φεύγει βίαια από το κορμί μου και ξεχύνεται μέσα στο σπίτι. Τρέχω πίσω από το βουητό που ακούγεται καθώς διατρέχει όλα τα δωμάτια. Καταλήγει στο δωμάτιο με το εικόνισμα. Κι ύστερα, σαν κάποια ανώτερη δύναμη να το διέταξε, μπήκε μέσα στο εικόνισμα κι εξαφανίστηκε. Άφησε πίσω του μια μικρή λάμψη.

Τι περίεργο! Δεν νιώθω πια φόβο, μόνον την ανακούφιση που νιώθει κανείς όταν όλα τελειώσουν και η περιπέτειά του έχει αίσια κατάληξη. Είναι σαν η αέρινη αυτή δέσμη να σάρωσε ό,τι με απειλούσε τη νύχτα αυτή. Κλείνω την πόρτα με τη σιγουριά ότι τίποτ’ άλλο δεν πρόκειται να συμβεί. Παρ’ όλ’ αυτά, ίσως θα ήταν καλύτερο να περιμένω το ξημέρωμα, προτού αναζητήσω τους δικούς μου…

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.