Το γράμμα

Ο μικρός Σάββας κοιτούσε έξω από το παράθυρο. Η νύχτα είχε απλωθεί κι ο πατέρας του ακόμη δεν είχε γυρίσει από τη δουλειά. Δεν ήταν ότι το ωράριό του ήταν σταθερό, ωστόσο απόψε είχε αργήσει περισσότερο…

Η μητέρα του μπήκε στο δωμάτιο με τα μάτια κόκκινα από το κλάμα. Κατάλαβε από το ύφος της ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Τον αγκάλιασε και συντετριμμένη ψιθύρισε: «Αγάπη μου, άδικα περιμένεις. Ο μπαμπάς δεν θα γυρίσει στο σπίτι. Ο καλός Θεός τον κάλεσε κοντά του, ψηλά στον Παράδεισο».

Το παιδί δεν κατάφερε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ο Θεός είχε πάρει τον πατέρα του. Δεν γνώριζε ότι αύριο ήταν η σχολική παράσταση και ότι ήθελε να είναι εκεί για να τον καμαρώσει; Και ποιος θα έσωζε τώρα τους ανθρώπους από τις φωτιές; Ο πατέρας του ήταν ένας ήρωας και οι άνθρωποι χρειάζονται τους ήρωες για να τους προστατεύουν από το κακό. Αποφάσισε να γράψει ένα γράμμα στον πατέρα του και να του πει όλα όσα σκεφτόταν. Ίσως κι ο Θεός άλλαζε γνώμη…

Κάθισε στο γραφείο του κι άρχισε να γράφει. Όταν τελείωσε, είχε πια αρχίσει να χαράζει. Έδεσε το κομμάτι του χαρτιού πάνω σε δύο μπαλόνια και το άφησε να ταξιδέψει ψηλά στον ροδισμένο ουρανό.

Παρακολουθούσε το ανέβασμα των μπαλονιών. Κι όπως στεκόταν μισονυσταγμένος στο κατώφλι, μέσα από την πρωινή δροσιά τού φάνηκε πως είδε τον πατέρα του να κατηφορίζει το λιθόστρωτο μονοπάτι που κατέληγε στην εξώπορτα.

Ο Νίκος Πυράκης, φορώντας τη στολή του πυροσβέστη, κοντοστάθηκε λίγο, όπως κάθε πρωί, προτού αναχωρήσει για τη δουλειά. Ήθελε να καταγράψει στη μνήμη του την εικόνα του σπιτιού. Το επάγγελμά του ήταν γεμάτο απρόοπτα και ποτέ δεν μπορούσε να είναι σίγουρος…

Άνθρωπος της προσφοράς και της αυταπάρνησης, τη λάτρευε τη δουλειά του. Οι συνάδελφοι συχνά αστειεύονταν με το επίθετό του. Το θεωρούσαν συμβολικό αφού η φωτιά έμοιαζε να είναι το στοιχείο του. Αλτρουιστής εκ πεποιθήσεως, ακόμη κι αν δεν ήταν πυροσβέστης, σίγουρα θα είχε βρει ένα παρόμοιο επάγγελμα που θα εναρμόνιζε την προσφορά στον συνάνθρωπο με την προσωπική θυσία.

Στον σταθμό, όλα έδειχναν ήσυχα. Η μέρα κύλισε με τον έλεγχο και την προετοιμασία των οχημάτων. Ο Νίκος και οι συνάδελφοί του δούλευαν ευδιάθετα κι αστειεύονταν μεταξύ τους. Ενδόμυχα παρακαλούσαν να μην παρουσιαζόταν τίποτα που θα χαλούσε το κλίμα της ημέρας.

Λίγο πριν από τις δύο το απόγευμα δέχθηκαν μια κλήση για κάποια πυρκαγιά, που είχε ξεσπάσει σε διαμέρισμα. Μια μητέρα με τα δυο παιδιά της είχαν εγκλωβιστεί. Ο Νίκος επιβιβάστηκε στο ένα από τα δύο πυροσβεστικά οχήματα που έσπευσαν στον τόπο του συμβάντος. Όταν έφτασαν εκεί, η φωτιά είχε εξαπλωθεί στο  διαμέρισμα και οι φλόγες έγλειφαν το εξωτερικό του. Ο Νίκος μ’ έναν συνάδελφό του επιβαίνοντας στο ανυψωτικό μηχάνημα έφτασαν στο ύψος του παραθύρου. Εκείνος επιχείρησε να εισέλθει στο διαμέρισμα. Βρήκε μια γυναίκα,  τη μητέρα, κουλουριασμένη στο πάτωμα με  ένα παιδάκι  στην αγκαλιά της. Έκλαιγε σπαρακτικά και ούρλιαζε ότι το άλλο της παιδί ήταν παγιδευμένο στο διπλανό δωμάτιο και αρνιόταν να φύγει χωρίς εκείνο. Ο Νίκος την έπεισε να επιβιβαστεί στο μηχάνημα  και υποσχέθηκε να βρει το παιδί. Με δυσκολία  κατάφερε να κινηθεί μέσα από τον πυκνό καπνό που έπνιγε τον χώρο. Το εντόπισε λιπόθυμο στο πάτωμα. Ολόγυρα ο καπνός και η ανυπόφορη ζέστη έκαναν την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Τύλιξε το παιδί σε μια κουβέρτα και βιάστηκε να το μεταφέρει στο μπαλκόνι για να το παραλάβει ο συνάδελφός του. Στην κάθοδο το μηχάνημα παρουσίασε ένα τεχνικό πρόβλημα. Στο διάστημα που μεσολαβούσε για την αποκατάσταση της βλάβης, η φωτιά έκαιγε μανιασμένα ό,τι είχε απομείνει όρθιο. Τα λεπτά κυλούσαν βασανιστικά αργά. Σκεπτόταν ότι αυτή τη φορά ίσως δεν θα κατάφερνε να γλιτώσει. Παραδόξως, αυτό δεν τον τρόμαζε. Για κάποιον περίεργο λόγο αισθανόταν έτοιμος. Δεν μπορούσε άλλωστε να φανταστεί πιο γεμάτο θάνατο: να πέφτει κανείς αγωνιζόμενος, την ώρα του καθήκοντος. Τον ανησυχούσε μόνο η σκέψη των δικών του. Πώς θα το έπαιρναν; Θα καταλάβαινε ο γιος του το μήνυμα που θα έφερνε ο χαμός του; Ένα περίεργο αίσθημα πληρότητας τον πλημμύρισε. Αυτό ήταν το τέλος της δικής του διαδρομής. Η σκέψη του έτρεξε γρήγορα στον μικρό γιο του που δεν είχε προλάβει να τον αποχαιρετήσει. Ήλπιζε ότι θα καταλάβαινε…

Οι φλόγες αχόρταγα καταβρόχθισαν το μικρό διαμέρισμα κι ένας εκκωφαντικός θόρυβος από έκρηξη ακούστηκε. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα όλα είχαν τελειώσει.

Επιστρέφοντας στον σταθμό όλοι ήταν παγωμένοι. Τους ήταν αδύνατο να πιστέψουν αυτό που είχε συμβεί. Ο Νίκος ήταν ο πιο έμπειρος μάχιμος πυροσβέστης του τμήματος. Ατρόμητος, πάντα στην πρώτη γραμμή. Αυτή ήταν η ανταμοιβή της καλοσύνης του; Ο απολογισμός έδειχνε άδικος. Ο διοικητής σήκωσε το τηλέφωνο. Το δύσκολο έργο για την ενημέρωση της οικογένειας έπεφτε στους ώμους του.

Ο Σάββας παρακολουθούσε τώρα τη  φιγούρα του πατέρα του να σβήνει στο βάθος του ορίζοντα. Ένιωσε απότομα την πρωινή ψύχρα να διαπερνά το κορμάκι του. Μπήκε μέσα προτού ξυπνήσει η μάνα του. Δεν ήθελε να της πει τίποτα για το γράμμα. Τουλάχιστον, όχι προτού πάρει απάντηση.

Είχε ήδη περάσει μια εβδομάδα όταν ο ταχυδρόμος χτύπησε  το κουδούνι. Παρέδωσε στον Σάββα έναν φάκελο. Στο εσωτερικό έλεγε τα εξής:

«Αγαπημένο μου παιδί,

Συγχώρεσέ με που δεν μπόρεσα να είμαι δίπλα σου τη μέρα της σχολικής γιορτής. Ήθελα να είμαι εκεί, αλλά δεν γινόταν. Θέλω να ξέρεις όμως ότι σε παρακολουθούσα από εδώ που βρίσκομαι κι ότι είμαι πολύ περήφανος για σένα.

Όπως ξέρεις ήδη, ο καλός Θεός με κάλεσε κοντά του, στον Παράδεισο. Λέει ότι θα μπορώ να σας προσέχω καλύτερα από εδώ πάνω. Μπορεί τώρα να σου ακούγεται άδικο, αλλά είμαι σίγουρος ότι κάποια μέρα θα καταλάβεις ότι ο Θεός τίποτα δεν κάνει τυχαία… Πάντα θα είμαι δίπλα σε σένα και τη μητέρα σου.

Επειδή από τον Παράδεισο μπορώ να στείλω μόνο ένα γράμμα, θέλω να θυμάσαι ότι σ’ αγαπάω πολύ κι ότι μια μέρα θα ξανασυναντηθούμε. Να προσέχεις τη μητέρα σου».

Στο μέρος του αποστολέα αναγραφόταν: «Ο μπαμπάς» Διεύθυνση: «Παράδεισος»

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.