Ζωές

Η ξύλινη πόρτα έτριξε διαμαρτυρόμενη  στο άγγιγμά μου. Το εσωτερικό του σπιτιού, σκοτεινό και παγωμένο. Έφταιγε η μακρόχρονη έλλειψη του φωτός. Κατευθύνθηκα προς το παράθυρο και άνοιξα τα παντζούρια. Ο ήλιος όρμησε μέσα, σαν κατακτητής. Το βλέμμα μου πλανήθηκε στον χώρο. Δυο κιτρινισμένα χαρτόκουτα στο πάτωμα και μια ξύλινη, κουνιστή πολυθρόνα, κοντά στο παράθυρο, αποτελούσαν τη μοναδική επίπλωση. Αυτό λοιπόν είναι το καινούργιό σπίτι μου!

Λίγες μέρες πριν, στο γραφείο του δικηγόρου,  είχα υπογράψει τα χαρτιά του διαζυγίου μου και ταυτόχρονα την αγορά του παλιού αυτού αρχοντικού στο νησί. Δέκα χρόνια γάμου μόλις είχαν πετάξει από το παράθυρο. Μια καινούργια αρχή ανοιγόταν μπροστά μου κι ήμουν έτοιμη να την αδράξω. Φεύγοντας από το γραφείο σκεφτόμουν τι περίεργο πράγμα που είναι ο χρόνος. Μόλις  φτάνω  στο τέλος μιας κατάστασης, τα πάντα αυτόματα περνούν στη σφαίρα της λήθης. Delete!

Αθεράπευτα ρομαντική, αρετή που δεν εκτίμησε ποτέ ο πρώην άντρας μου, γοητεύτηκα από την ιστορία που το περιέβαλε. Το σπίτι το είχε προτείνει κάποιος φίλος. Ένας αρχιτέκτονας το είχε αγοράσει γύρω στα 1960 ως δώρο στη γυναίκα του. Ήταν τρελά ερωτευμένοι… Η μοίρα όμως ζήλεψε την ευτυχία τους και τα έφερε έτσι ώστε η κυρία του σπιτιού να ξεμυαλιστεί με  κάποιον  νεαρό που δούλευε στον κήπο τους. Έφυγε μαζί του ένα πρωί, χωρίς να πει αντίο. Όταν κατάλαβε το λάθος της, η ντροπή και οι τύψεις δεν της επέτρεψαν να επιστρέψει. Αυτοκτόνησε κόβοντας τις φλέβες της στην μπανιέρα ενός δωματίου ξενοδοχείου. Πληγωμένος ο άντρας της, πούλησε το σπίτι και εξαφανίστηκε… Έκτοτε παρέμεινε κλειστό. Σαν να συμμεριζόταν τη θλίψη του ιδιοκτήτη του.

Κάθισα στην κουνιστή πολυθρόνα κι έκλεισα για λίγο τα μάτια… Με τα παράθυρα ανοιχτά και τη ζεστασιά από το φως του ήλιου ένιωθα το σπίτι να αναπνέει και πάλι. Σχεδόν άκουγα την κουρασμένη ανάσα του. Μπορούσα να το φανταστώ στα χρόνια της αίγλης του…

Ανοίγω τη βαριά σκαλιστή καγκελόπορτα. Μπαίνω στον ανθισμένο κήπο  με τα λεμονόδεντρα που χαρίζουν απλόχερα τον ίσκιο τους. Τα πολύχρωμα λουλούδια  κρέμονται από τα παράθυρα. Πυκνός κισσός ακουμπάει στις γωνίες του σπιτιού καθιστώντας τις αθέατες στο μάτι του επισκέπτη. Μια ατμόσφαιρα ευτυχίας είναι διάχυτη παντού.

Στο σαλόνι, ένας άντρας  σκυμμένος  στο σχεδιαστήριό του δουλεύει ήρεμος και  απερίσπαστος. Είναι τόσο απορροφημένος που δεν αντιλαμβάνεται εκείνην να μπαίνει αέρινα μες στο δωμάτιο. Τον πλησιάζει από πίσω και τον αγκαλιάζει. «Σε θέλω…», του ψιθυρίζει στ’ αυτί. Ακούω τα βήματα και τα γέλια τους καθώς ανεβαίνουν την εσωτερική σκάλα. Η νύχτα καλύπτει με το πέπλο της τα πάντα. Εκείνοι, σφιχταγκαλιασμένοι  κι αποκαμωμένοι, αφήνονται στην αγκαλιά του Ορφέα. Δεν έχουν έγνοια…

Τι γλυκό πράγμα ο έρωτας… Φωλιάζει στις ανυποψίαστες καρδιές και τους δίνει φτερά. Πώς να συντηρήσει  όμως κάποιος το μπουμπούκι χωρίς να μεταλλαχθεί σε άνθος και αναπόφευκτα να παραδοθεί στον μαρασμό. Και ποιος είναι έτοιμος ν’ αποδεχθεί την άφιξη του τέλους. Πολύ περισσότερο δε της προδοσίας. Ύστερα από δέκα χρόνια γάμου αποφάσισα να γυρίσω σελίδα στο βιβλίο της ζωής μου. Η συγχώρεση δε είναι ποτέ εύκολη…

Χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας. Ένας νεαρός στέκεται πίσω από τα κάγκελα. «Μια στιγμή να φωνάξω τον άντρα μου», του λέει  με γλυκιά φωνή. Εμφανίζεται εκείνος και κάθονται στη βεράντα για να συζητήσουν τις λεπτομέρειες. Δεν είναι άγνωστος. Τον στέλνει ο κυρ Γιώργος από τον φούρνο στη γωνία. Ξέρει ότι το ζευγάρι ψάχνει για κηπουρό. Όσο εκείνη μπαινοβγαίνει για να τους τρατάρει, ο νεαρός  τής  ρίχνει κλεφτές ματιές. Εκείνη τον αποφεύγει. Έχει όμως κάτι πάνω του...

Δυο φιγούρες συναντιούνται  κρυφά τα βράδια  στον κήπο. Κρύβονται πίσω από τα δέντρα κι  ανταλλάσσουν παθιασμένα φιλιά και όρκους αγάπης. «Άφησέ τον και έλα να φύγουμε μαζί», την εκλιπαρούσε. Δεν το αποφάσιζε. Τι να του έλεγε, άλλωστε; Ότι τον εγκατέλειπε επειδή την αγαπούσε; Πώς να φανεί τόσο αχάριστη. «Δώσε μου λίγο χρόνο ακόμα, μην με πιέζεις».

Στο κάτω  πάτωμα, πόρτες ακούγονται ν’ ανοιγοκλείνουν δυνατά. Με θυμό. «Πού κρύβεσαι επιτέλους; Γιατί δεν απαντάς;». Τώρα τα βήματα μεταφέρονται  πάνω, στο υπνοδωμάτιο. Ανοίγει την ντουλάπα. Τα ρούχα της λείπουν. Δεν ήθελε να το πιστέψει, αλλά είναι αλήθεια λοιπόν: το έσκασε με τον εραστή της.

Τα παράθυρα, ερμητικά κλειστά. Σκισμένα  σχέδια καλύπτουν το πάτωμα. Μένει ξαπλωμένος, περιτριγυρισμένος από άδεια μπουκάλια. Το σκοτάδι τον εμποδίζει να έχει επαφή με τον χρόνο. Είναι μέρα; Είναι νύχτα; Τι σημασία έχει πια; Το νόημα της ζωής του χάθηκε. Εκείνη ήταν τα πάντα…

Το σπίτι βυθίζεται στη σιωπή. Απέραντη λύπη το πλακώνει. Το εγκατέλειψε και εκείνος προς άγνωστη κατεύθυνση.

Γιατί να έρθουν έτσι τα πράγματα; Γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να μείνουν πιστοί και να προστατεύσουν αυτόν που αγαπούν; Γιατί γίνονται άπληστοι και επιθυμούν συνεχώς αυτό που δεν είναι δικό τους; Γιατί να φοβούνται να κάνουν μια νέα αρχή;

Ένας αναστεναγμός αναδύθηκε από τους πέτρινους τοίχους. Το σπίτι συμμεριζόταν τις σκέψεις μου. Πήγα μέχρι το παράθυρο. Η μέρα ήταν τέλεια. Ένα πουλάκι εμφανίστηκε τιτιβίζοντας χαρούμενα. Σαν να κουβαλούσε ένα μήνυμα από τη ζωή. Χαμογέλασα. «Είμαι έτοιμη!», είπα.

«Κι εγώ!» άκουσα τον αντίλαλο του σπιτιού.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.